Φωτογραφία AIΜπακαλιάρος Λιβόρνο
Μπακαλιάρος μαγειρεμένος σε σάλτσα ντομάτας με ελιές, κάπαρη και αντζούγιες, σερβιρισμένος με φρυγανισμένο ψωμί.
Οι ετικέτες προκύπτουν αυτόματα από τα υλικά και ενδέχεται να είναι λανθασμένες. Ελέγξτε τη συσκευασία αν αυτό είναι σημαντικό για εσάς.
Υλικά

- 2 τεμ. Μπακαλιάρος 150 γρ. το καθένα
- 4 τεμ. Φρυγανιές
- 300 γρ. Πασάτα ντομάτας
- 10 τεμ. Μαύρες ελιές
- 1 σκελίδα Σκόρδο
- 1 τεμ. Κρεμμύδι
- 5 τεμ. Κάπαρη
- 2 τεμ. Αντζούγιες
- Ελαιόλαδο κατά βούληση
- Αλάτι κατά βούληση
- Μαύρο πιπέρι κατά βούληση
Βήματα
Ζεσταίνουμε λίγο ελαιόλαδο σε τηγάνι. Προσθέτουμε το ψιλοκομμένο κρεμμύδι και τη σκελίδα σκόρδου και σοφρίζουμε.
Προσθέτουμε τις αντζούγιες, τις αφήνουμε να μαλακώσουν λίγο, μετά προσθέτουμε την κάπαρη, τις μαύρες ελιές και την πασάτα ντομάτας.
Σιγοβράζουμε τη σάλτσα, προσθέτοντας κατά διαστήματα λίγο νερό.
30 λεπτάΖεσταίνουμε τις φρυγανιές στο φούρνο.
Τσιγαρίζουμε στο τηγάνι τα κομμάτια μπακαλιάρου με λίγο ελαιόλαδο.
Αλατοπιπερώνουμε και από τις δύο πλευρές.
Τοποθετούμε τα κομμάτια μπακαλιάρου μέσα στη σάλτσα, σκεπάζουμε και σιγοβράζουμε σε μέτρια φωτιά, γυρίζοντας το ψάρι μετά από 5 λεπτά.
10 λεπτά
Αυτό είναι ένα πιάτο που δεν φτιάχνεται με μετρητή, φτιάχνεται με μάτι. Ο μπακαλιάρος λιβόρνο είναι ουσιαστικά ψάρι που βράζει μέσα σε μια σάλτσα πουτανέσκα — ελιές, κάπαρη, αντζούγιες, ντομάτα — και η επιτυχία κρίνεται στη σάλτσα, όχι στο ψάρι. Αν η σάλτσα είναι σωστή, το ψάρι απλώς την απορροφά και βγαίνει καλό μόνο του.
Η λογική είναι απλή: πρώτα χτίζεις μια βάση αλμυράδας (αντζούγια, κάπαρη, ελιά) πάνω σε κρεμμύδι-σκόρδο, μετά τη λες «σάλτσα» όταν μπει η ντομάτα, και μετά αφήνεις τον χρόνο να κάνει τη δουλειά που δεν κάνει το χέρι σου. Το ψάρι μπαίνει τελευταίο γιατί θέλει λίγο χρόνο και πολλή προσοχή — ψήνεται γρήγορα, καίγεται ακόμα πιο γρήγορα.
Η επιτυχία εξαρτάται από δύο πράγματα: πόσο καλά «λιώνουν» η αντζούγια και το κρεμμύδι πριν μπει η ντομάτα, και πόσο προσεκτικά χειρίζεσαι το ψάρι στο τέλος. Το ένα θέλει φωτιά και χρόνο, το άλλο θέλει χαμηλή φωτιά και ησυχία.
Το κρεμμύδι και το σκόρδο σοφρίζονται όχι για να «μαραζώσουν» με βιασύνη, αλλά για να χάσουν τη μυρωδιά τους την έντονη και να αφήσουν γλύκα. Το σημάδι δεν είναι ο χρόνος, είναι το χρώμα: το κρεμμύδι πάει από λευκό σε διάφανο, σχεδόν γυαλιστερό. Αν το αφήσεις να πάρει χρώμα καφέ, έχεις πια ψητό κρεμμύδι, όχι σοφρισμένο, και η γλύκα χάνεται, βγαίνει πίκρα. Η φωτιά εδώ είναι τέτοια που το λάδι σιγοκοχλάζει χωρίς να καπνίζει — αν καπνίζει, το σκόρδο θα κάψει μέσα σε δευτερόλεπτα και όλη η σάλτσα θα μυρίζει καμένο σκόρδο, πράγμα που δεν διορθώνεται με τίποτα παρακάτω.
Η αντζούγια εδώ δεν είναι «γεύση ψαριού». Είναι αλάτι με βάθος. Σιγολιώνει μέσα στο λάδι και εξαφανίζεται ως κομμάτι, αφήνοντας πίσω την αλμύρα της διάχυτη σε όλη τη σάλτσα. Αν δεν έχεις αντζούγια, ψάχνεις κάτι που κάνει την ίδια δουλειά: κάτι αλμυρό, ψαρίσιο, που λιώνει σε λάδι — μια κονσέρβα σαρδέλας πολτοποιημένη δουλεύει, ακόμα και λίγη πάστα αντζούγιας αν βρεις.
Η κάπαρη και η ελιά δεν ψήνονται, ουσιαστικά ζεσταίνονται μέσα στη σάλτσα, κρατώντας τη δική τους σφριγηλή υφή και την αλμύρα τους. Αν μπουν νωρίς και βράσουν πολλή ώρα, θα δώσουν όλη τους την αλμύρα στη σάλτσα και θα μείνουν άνοστες μέσα της — γι' αυτό μπαίνουν μαζί με την ντομάτα, όχι πριν.
Η πασάτα σιγοβράζει μισή ώρα, και εδώ είναι το σημείο που πολλοί κάνουν λάθος: νομίζουν ότι σιγοβράζει για να «πήξει». Όχι, σιγοβράζει για να χάσει την οξύτητά της η ωμή ντομάτα και να ενωθούν οι γεύσεις — το πήξιμο είναι απλώς παράπλευρη συνέπεια. Το νερό που προσθέτεις κατά διαστήματα δεν είναι για να αραιώσεις τη σάλτσα, είναι για να μην κολλήσει στον πάτο ενώ εξατμίζεται· αν δεν το προσθέσεις, η σάλτσα θα κολλήσει και θα πάρει γεύση καμένου πολύ πριν περάσει η ώρα.
Ο μπακαλιάρος τσιγαρίζεται πρώτα μόνος του, ξεχωριστά, για να πάρει λίγο χρώμα απ' έξω — αυτό το χρώμα είναι γεύση που δεν θα πάρει αν μπει κατευθείαν βρασμένος στη σάλτσα. Μετά μπαίνει μέσα στη σάλτσα και σιγοβράζει σε φωτιά τόσο χαμηλή που η σάλτσα μόλις φουσκαλιάζει, όχι βράζει έντονα· το ψάρι είναι εύθραυστο, και δυνατός βρασμός το διαλύει. Το γύρισμα στα 5 λεπτά δεν είναι τελετουργικό, είναι γιατί το ψάρι ψήνεται από τη μία πλευρά πρώτα και χρειάζεται να δει και την άλλη τη ζέστη της σάλτσας.
Οι φρυγανιές είναι εκεί για να μαζεύουν τη σάλτσα — ζεσταίνονται ξεχωριστά στον φούρνο ώστε να είναι τραγανές όταν φτάσουν στο πιάτο, γιατί αν μπουν κρύες πάνω σε ζεστό φαγητό μαλακώνουν αμέσως και χάνουν τον λόγο ύπαρξής τους. Για δύο άτομα οι αναλογίες εδώ είναι μικρές και βολικές για μια συνηθισμένη κουζίνα διαμερίσματος — ένα τηγάνι, μια κατσαρόλα, τίποτα παραπάνω. Η μόνη πολυτέλεια που χρειάζεσαι είναι η υπομονή να μην βιάσεις τη σάλτσα· τα μισή ώρα δεν γίνονται είκοσι λεπτά επειδή βιάζεσαι.