Φωτογραφία AIΠαρμιτζάνα μελιτζάνας Παλέρμο
Παραδοσιακή σικελική παρμιτζάνα με τηγανητές μελιτζάνες, ντοματοσάλτσα, βασιλικό και τυρί, σε στρώσεις.
Οι ετικέτες προκύπτουν αυτόματα από τα υλικά και ενδέχεται να είναι λανθασμένες. Ελέγξτε τη συσκευασία αν αυτό είναι σημαντικό για εσάς.
Υλικά

- 5 τεμ. Μελιτζάνα
- 1 λίτρο Πασάτα ντομάτας
- 1 τεμ. Κρεμμύδι
- Βασιλικός
- Κίτρινο τυρί
- Αλάτι
- Τσίλι σε σκόνη
- Φυτικό λάδι
- Ελαιόλαδο
Βήματα
Πλένουμε καλά τις μελιτζάνες, κόβουμε τις άκρες και τις κόβουμε κατά μήκος σε λεπτές φέτες ίδιου πάχους.
Σε τηγάνι ζεσταίνουμε άφθονο φυτικό λάδι και τηγανίζουμε τις φέτες μελιτζάνας από τις δύο πλευρές μέχρι να μαλακώσουν.
Τις βγάζουμε σε πιάτο στρωμένο με χαρτί κουζίνας για να στραγγίσει το περιττό λάδι και τις αφήνουμε να κρυώσουν.
Σε κατσαρόλα ζεσταίνουμε ελαιόλαδο, προσθέτουμε το ψιλοκομμένο κρεμμύδι και σοτάρουμε μέχρι να χρυσίσει.
Προσθέτουμε την πασάτα ντομάτας, αλατίζουμε και βάζουμε τσίλι σε σκόνη κατά γούστο.
Σιγοβράζουμε τη σάλτσα σε χαμηλή φωτιά για τουλάχιστον 30 λεπτά.
30 λεπτάΠαίρνουμε ένα μεγάλο ταψί και στρώνουμε στον πάτο μια στρώση σάλτσα, από πάνω μια στρώση τηγανητές μελιτζάνες, πασπαλίζουμε με κίτρινο τυρί και βάζουμε μερικά φύλλα βασιλικού.
Επαναλαμβάνουμε τις στρώσεις με την ίδια σειρά, σχηματίζοντας τουλάχιστον τρεις στρώσεις.
Αφήνουμε την παρμιτζάνα να «ξεκουραστεί» μερικές ώρες πριν το σερβίρισμα για καλύτερη γεύση.
Η παρμιτζάνα δεν είναι μια σάλτσα με μελιτζάνα μέσα· είναι δύο μαγειρέματα που γίνονται χωριστά και μετά κάθονται μαζί στο ταψί να συνεννοηθούν. Από τη μια το τηγάνισμα, που βγάζει το νερό της μελιτζάνας και της δίνει εκείνη τη μαλακιά, κάπως κρεμώδη υφή. Από την άλλη η σάλτσα, που σιγοβράζει μόνη της ώσπου να πήξει και να γλυκάνει. Αν βιαστείς σε οποιοδήποτε από τα δύο, το φαγητό το δείχνει αμέσως: νερουλό ταψί, φέτες που δεν κρατάνε σχήμα.
Η επιτυχία εδώ δεν κρίνεται στη γεύση της στιγμής, κρίνεται στο αν άφησες το πιάτο να κάτσει. Γι' αυτό και το τελευταίο βήμα της συνταγής δεν είναι το ψήσιμο, είναι η αναμονή. Ένα σπίτι της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης έχει ήδη συνηθισμένο ρυθμό μεζέδων που κάθονται στο τραπέζι ώρα — η παρμιτζάνα ακολουθεί την ίδια λογική, μόνο που περιμένει στο ψυγείο κι όχι στο τραπέζι.
Είναι φαγητό για τέσσερις, φτιαγμένο σε ένα μεγάλο ταψί, και δεν χρειάζεται φούρνο καθόλου — όλο το μαγείρεμα γίνεται πάνω στη φωτιά, σε τηγάνι και κατσαρόλα. Αυτό το κάνει βολικό για συνηθισμένη κουζίνα διαμερίσματος, αρκεί να έχεις υπομονή για δύο ξεχωριστά στάδια πριν φτάσεις στο στρώσιμο.
Η μελιτζάνα θέλεις να την κόψεις σε φέτες ίδιου πάχους, όχι γιατί έτσι είναι «σωστό» αισθητικά, αλλά γιατί αν μια φέτα είναι διπλάσια από τη διπλανή, η μια θα είναι ακόμα σκληρή όταν η άλλη έχει αρχίσει να καίγεται στο τηγάνι. Το πάχος είναι το μέτρο σου, όχι ο χρόνος.
Στο τηγάνισμα το λάδι πρέπει να είναι άφθονο και ζεστό πριν βάλεις τη μελιτζάνα — αν τη ρίξεις σε κρύο λάδι, η μελιτζάνα το ρουφάει σαν σφουγγάρι αντί να τηγανιστεί, και καταλήγεις με λιπαρές φέτες που βαραίνουν όλο το ταψί. Το σημάδι ότι είναι έτοιμη δεν είναι το χρώμα, είναι η υφή: πρέπει να έχει μαλακώσει, να λυγίζει σαν χαρτί όταν τη σηκώνεις με το πιρούνι, όχι να σπάει. Εδώ ακούω συχνά τον μύθο «βάλε αλάτι στις φέτες πριν τηγανίσεις για να βγάλουν τα πικρά τους». Όχι, οι σημερινές μελιτζάνες σπάνια είναι πικρές, και το αλάτι πριν το τηγάνισμα απλώς τραβάει νερό και σου δίνει φέτες που βράζουν στο λάδι αντί να τηγανίζονται. Το χαρτί κουζίνας μετά δεν είναι λεπτομέρεια καθαριότητας — είναι αυτό που κρατάει το τελικό πιάτο από το να γίνει λιμνούλα λαδιού.
Το κρεμμύδι στην κατσαρόλα το σοτάρεις σε ελαιόλαδο μέχρι να χρυσίσει — αυτό είναι το ορόσημο, όχι ο χρόνος. Το χρυσό χρώμα σημαίνει ότι το κρεμμύδι έχει γλυκάνει, ότι έφυγε η δριμύτητά του. Αν το αφήσεις να πάει παραπέρα προς το καφέ, θα δώσει μια πικράδα στη σάλτσα που δεν φεύγει με τίποτα μετά.
Η σάλτσα θέλει τουλάχιστον μισή ώρα σε χαμηλή φωτιά, κι αυτό είναι το κάτω όριο, όχι η συνταγή κλειδωμένη. Σιγοβράζει μέχρι να πήξει, να φύγει το νερό της πασάτας και να μείνει πυκνή — αν τη βάλεις αραιή στο ταψί, θα κάνει όλη την παρμιτζάνα νερουλή, όσο καλά κι αν τηγάνισες τις μελιτζάνες. Το τσίλι εδώ είναι γούστο, όχι μέτρο — βάζεις όσο αντέχεις, κανείς δεν σε κρίνει.
Για το κίτρινο τυρί, το κριτήριο είναι να λιώνει καλά και να μη βγάζει πολύ λάδι στο ψήσιμο — ένα ελαφρύ κίτρινο τυρί τύπου γκούντα ή καζερί δουλεύει μια χαρά, αρκεί να μην είναι πολύ βαρύ σε λίπος. Ο βασιλικός φρέσκος είναι αναντικατάστατος σε άρωμα, αλλά αν δεν έχεις, καλύτερα να παραλείψεις παρά να βάλεις αποξηραμένο — το αποξηραμένο βασιλικό δίνει μια γεύση σαν σκόνη, όχι φρεσκάδα.
Οι τρεις στρώσεις δεν είναι αυθαίρετες, είναι το ελάχιστο για να έχει το πιάτο δομή όταν το κόψεις — με δύο στρώσεις απλώς έχεις μελιτζάνες με σάλτσα από πάνω, όχι παρμιτζάνα. Και η αναμονή στο τέλος είναι το πιο σημαντικό «υλικό» της συνταγής: οι γεύσεις της σάλτσας, του τυριού και της μελιτζάνας χρειάζονται ώρα να περάσουν η μία μέσα στην άλλη. Αν το σερβίρεις ζεστό αμέσως, θα φάς κάτι καλό αλλά βιαστικό· αν περιμένεις, φας κάτι που έχει ηρεμήσει και δέσει.